Νεότερες δημοσιεύσεις

Η αξία θετικού τεστ ανίχνευσης Covid19 μετά από νόσηση

Όταν γράφονται αυτές οι γραμμές έχουμε ικανή διασπορά του ιού στην Αττική και αρκετούς ασθενείς που αναρρώνουν μετά από νοσηλεία στο νοσοκομείο. Η συνήθης ερώτηση των οικείων, ιδιαίτερα αν είναι καρδιοπαθείς, είναι πόσες ημέρες χρειάζεται να αποφύγουν την επαφή μαζί τους. Οι πλέον αναλυτικές σχετικές οδηγίες προέρχονται από το CDC (Center For Disease Control And Rrevention) των Η.Π.Α. και συστήνουν στους αναρωνύοντες δεκαήμερη (10 ημέρες) καραντίνα από την έναρξη των συμπτωμάτων της νόσου, με ταυτόχρονη προυπόθεση να παραμένουν απύρετοι για ένα τουλάχιστον εικοσιτετράωρο πριν τη λήξη της. Το διάστημα αυτό αυξάνεται στις είκοσι ημέρες αν πρόκειται για ιδιαιτέρως βαρεία νόσηση ή αφορά υπερήλικες αναρρωνύοντες ασθενείς με υποκείμενα νοσήματα. Ο λόγος της διαφοροποίησης ωφείλεται στην απουσία ανεύρεσης αναπαραγόμενου ιού στα δείγματα ασθενών με ελαφρά ή μέτρια νόσο δέκα ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, ενώ σε ασθενείς με βαρεία εικόνα (μακρά πορεία, διασωλήνωση) ανιχνεύεται σε ποσοστό έως 5% την δεκάτη πέμπτη (15η) ημέρα από την έναρξη των συμπτωμάτων (https://www.cdc.gov/coronavirus/2019-ncov/hcp/duration-isolation.html).

Συχνά προκαλείται ανησυχία στο οικογενειακό ή το εργασιακό περιβάλλον του αναρρωνύοντος από την παρουσία θετικής εξέτασης ανίχνευσης κορωνοιού στο ρινοφάρυγγα πολλές ημέρες μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται τόσο οι ίδιοι όσο και όσοι τους συναναστρέφονται από αδικαολόγητη παράταση της καραντίνας. Δεν πρέπει να συγχέεται η ανίχνευση του ιού με τη δυνατότητα του να πολλαπλασιάζεται, που αποτελεί προυπόθεση για να είναι μεταδοτικός. Σε πολλές μελέτες ανιχνεύεται η παρουσία κορονωιού στις αεροφόρες οδούς αναρρωνυόντων ασθενών έως και 17 ημέρες, κατά μέσο όρο, από την έναρξη των συμπτωμάτων. Κάποιοι μάλιστα έχουν PCR θετικό έως και πολλές εβδομάδες αργότερα (έως 83 ημέρες σε μεμονωμένη περίπτωση ασθενούς!). Σε καμμία όμως από τις σχετικές μελέτες δεν ανιχνεύθηκε μεταδοτικός ιός, δηλαδή ιός με δυνατότητα πολλαπλασιασμού, μετά την ένατη (9η) ημέρα από την έναρξη των συμπτωμάτων (Cevik M, et al. Lancet Microbe 2021;2(1):e13-e22).

Από δημοσίευση στο περιοδικό “Στους Ρυθμούς της Καρδιάς”, τεύχος Μαίου/Ιουνίου

Το Centre of Disease Control and Prevention (CDC) των Η.Π.Α. αξιολογεί ως πιθανή την αιτιώδη συνάφεια περιπτώσεων μυοκαρδίτιδας/περικαρδίτιδας με τα mRNA εμβόλια (Pfizer/Biontech, Moderna) σε πρόσφατη ανακοίνωση.

Οι περιπτώσεις αφορούν συχνά εφήβους και νεαρούς ενήλικες και στην πλειοψηφία τους παρατηρούνται λίγο μετά (έως 5 ημέρες) τη δεύτερη δόση των αντίστοιχων εμβολίων. Ο κίνδυνος μυοκαρδίτιδας υπολογίζεται σε 4,4 περιπτώσεις ανά εκατομμύριο μετά την πρώτη δόση και σε 12,6 περιπτώσεις ανά εκατομμύριο μετά τη δεύτερη δόση των mRNA εμβολίων. Ειδικώς μετά τη δεύτερη δόση έχουν καταγραφεί μόλις 4,7 περιπτώσεις σε γυναίκες και σημαντικά περισσότερες περιπτώσεις, 32 ανά εκατομμύριο, σε άνδρες.

Η σύσταση σε ιατρούς είναι η εγρήγορση και καταγραφή αντίστοιχων περιπτώσεων, οι οποίες έχουν περιγραφεί έχουσες αίσια κατάληξη στο σύνολό τους. Ο αντίστοιχος πολύ σημαντικότερος κίνδυνος προσβολής του μυοκαρδίου από νόσηση με Covid19, καθώς και οι υπόλοιπη νοσηρότητα/θνητότητα από τον ίδιο τον ιό, οδηγεί το CDC να παραμείνει στη σύστασή του όσον αφορά σε εμβολιασμό εφήβων και νέων ενηλίκων, τουλάχιστον όσο η πανδημία και οι μεταλλάξεις του ιού εξακολουθούν να είναι απειλητικές.

Στην εποχή της πανδημίας του COVID19 έχει δημιουργηθεί ανησυχία όσον αφορά σειρά πολύ διαδεδομένων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Πρόκειται για φάρμακα που αναστέλλουν το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ΑMEA) και άλλα που αναστέλλουν τους υποδοχείς της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑ). Το σύστημα ρενίνης/αγγειοτενσίνης είναι πολύ σημαντικό στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και οι δύο αυτές κατηγορίες φαρμάκων πολύτιμες στην αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης.

Ο λόγος που άνοιξε η σχετική συζήτηση είναι η ενδεχόμενη αύξηση της μεταδοτικότητας του κορωνοιού, όταν κανείς λαμβάνει είτε ΑΜΕΑ είτε ΑΥΑ, η οποία θεωρείται πιθανή, μελετώντας στο εργαστήριο τον τρόπο μετάδοσης προηγούμενων παρόμοιων ιών και, λιγότερο, του COVID19.

H American Heart Association και το American College of Cardiology εξέδωσαν οδηγία να μην μεταβάλλεται η παρούσα αντιυπερτασική αγωγή. Μία λογική σύσταση αφού δεν έχουμε καθόλου κλινικά δεδομένα που να υποστηρίζουν την αλλαγή στη θεραπεία.

Ο κίνδυνος απέναντι στην επιδημία του κορονωιού COVID19 εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ηλικία και τυχόν προυπάρχοντα νοσήματα. Φαίνεται πως η αρτηριακή υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης αυξάνουν τον σχετικό κίνδυνο. Από τις καρδιακές νόσους η καρδιακή ανεπάρκεια είναι αυτή που συνεπάγεται τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Η στεφανιαία νόσος με καλή λειτουργία της καρδιάς και οι περισσότερες από τις καρδιακές αρρυθμίες δεν κατατάσουν, από μόνες τους, κάποιον στις ομάδες υψηλού κινδύνου.

Με τους διαδοχικούς περιορισμούς στην κυκλοφορία και γενικότερα στην κινητικότητα, ας μην ξεχνάμε πόσο σημαντική είναι η άσκηση, ακόμα και αυτή με χαμηλά φορτία, όπως το βάδισμα. Τα κατοικίδια ζώα που, χαριτολογώντας, τα αναδείξαμε σε πρόφαση μετακινήσεων, ξέρουμε πως μειώνουν την πιθανότητα στεφανιαίας νόσου σε όσους δεν έχουν σχετικό ιστορικό, ενώ δεν αποκλείεται να αυξάνουν και τα χρόνια ζωής ανθρώπων που έχουν ιστορικό της νόσου.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο

123..
«
»